Αφιέρωμα: Αντώνης Κατσαντώνης

>> Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Ο Αντώνης Κατσαντώνης (1775(;) – 1808) ήταν ονομαστός κλέφτης, ο οποίος έδρασε επί τουρκοκρατίας, στα προεπαναστατικά χρόνια στην περιοχή των Αγράφων, του Βάλτου και του Ξηροποτάμου Αιτωλοακαρνανίας.

Σύμφωνα με την παράδοση καταγόταν από το Βασταβέστι ή Βασταβέτσι (Πετροβούνι) της Ηπείρου από σαρακατσάνικη οικογένεια, εξ ου και το παρεπώνυμο Κάτσο Αντώνης. Το κανονικό του όνομα ήταν Αντώνης Μακρυγιάννης.

Ο Γιάννης Μακρυγιάννης, ο πατέρας του Κατσαντώνη, καταγόταν επίσης από το Βασταβέτσι. Επειδή όμως είχε αναπτύξει κλέφτικη δράση, πήγε και εγκαταστάθηκε τελικά στο Μάραθο (Μύρισι) Αγράφων Ευρυτανίας, όπου παντρεύτηκε την Αρετή, κόρη του επίσης κλεφτοκαπετάνιου στα Άγραφα Βασίλη Δίπλα.

Το ζευγάρι απέκτησε τρία αγόρια: τον Κατσαντώνη, ο οποίος γεννήθηκε στο Μάραθο και που πήρε το όνομα του σύμφωνα με άλλη παράδοση από τη παράκληση της μάνας του να μην πάει στα βουνά ως αρματολός και του έλεγε «Κάτσε Αντώνη, κάτσε Αντώνη», τον Κώστα Λεπενιώτη, που γεννήθηκε στη Λεπενού Αιτωλοακαρνανίας, εξ ου και το επώνυμό του, και τον Γιώργο Χασιώτη, που γεννήθηκε στα Χάσια, απ΄ όπου και το επίθετο του.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση ο Κατσαντώνης έμενε με τους γονείς του στη Λεπενού όταν...

καταγγέλθηκε (το 1800 ή 1802), άδικα κατά κάποιους, στον Αλή Πασά από κάποιον Γιάγκο Καραγκούνη πως όλη η οικογένεια του Γιάννη Μακρυγιάννη προέβαινε σε συστηματική ζωοκλοπή σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Τότε ο Αλή Πασάς διέταξε τη σύλληψή του μαζί με το γιο του, τον Κατσαντώνη οι οποίοι και οδηγήθηκαν στις φυλακές των Ιωαννίνων. Τότε ο Κατσαντώνης υποχρεώθηκε για να πετύχει την ελευθερία του πατέρα του να καταβάλει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, όπως κι έγινε.

Έναρξη συμπλοκών
Ο Κατσαντώνης ορκίσθηκε τότε να ξεπλύνει τη ντροπή της οικογενείας του με τα όπλα παρατώντας τη βοσκή. Έτσι αφού σκότωσε τον «Μπουλούκμπαση» Γιάγκο Καραγκούνη, επιδόθηκε εν συνεχεία σε ληστείες και κλοπές, στην αρχή κατά των χαρατζήδων ( δηλ. αυτών που εισέπρατταν τους φόρους για λογαριασμό των Τούρκων) και των σπαχήδων (εξισλαμησθέντων στρατιωτών ιππέων) του Αλή Πάσά. Ο Αλή Πασάς όταν το έμαθε προκειμένου να τον εκφοβίσει διέταξε για δεύτερη φορά τη σύλληψη του πατέρα του, τη δήμευση της περιουσίας του και την πυρπόληση της οικίας του. Αλλά ενώ ο πατέρας του Κατσαντώνη μαζί με κάποιους εκ των συγγενών του πέθαινε στις φυλακές της Άρτας, ο Κατσαντώνης ενισχύθηκε με ομάδες κλεφτών των αδελφών του Λεπενιώτη και Χασιώτη καθώς και μ΄ εκείνων των Δίπλα και Τσόγκα οπότε και άρχισε ένας αμείλικτος αγώνας μεταξύ των Δερβεναγάδων του Αλή και των παραπάνω συμμοριών με κύρια θέατρα συμπλοκών τα Άγραφα, τον Βάλτο, το Ξηρομέρι και άλλες περιοχές. Μάχες στις μάχες, ενέδρες στις ενέδρες και προδοσίες στις προδοσίες συμπλήρωναν όλον εκείνο τον αγώνα. Τίποτα όμως δεν κατόρθωναν οι «Αληπασίτες» κατά του αεικίνητου Κατσαντώνη που παρέμενε κάθε φορά ασύλληπτος.

Συνδιαλλαγή
Εκείνη την περίοδο είχε ξεσπάσει παράλληλα και ο σφοδρός διωγμός των λεγομένων Ασίζηδων και Ζορμπάδων (κλεφτών) οι οποίοι κι αυτοί είχαν καταφύγει ομοίως στα Άγραφα. Έτσι ο Αλή Πασάς μετά τον ατελέσφορο μέχρι τότε αγώνα προσπάθησε με χρηματισμό να διασπάσει την ενωμένη κλεφτουριά των Αγράφων. Σ΄ εκείνη λοιπόν τη πρόσκληση ο Κατσαντώνης απαίτησε 300 «λουφέδες» (=μισθούς, για τα ισάριθμα παλικάρια του). Ο Αλής δεν δέχθηκε και οι συγκρούσεις άρχισαν ακόμη σφοδρότερες από τον Βάλτο μέχρι το Πήλιο. Στη δεκαετία του 1790-1800 ο Κατσαντώνης απέκρουσε όλες τις εναντίον του επιχειρήσεις των τουρκαλβανών όπως του Χασάν Τζαπάρη και Σουλεϊμάν Μπότα, αδελφούς του περιβόητου σιλιχτάρη του Αλή Πασά. Πράγματι την εποχή εκείνη ο Κατσαντώνης αποτελούσε τη ψυχή της κλεφτουριάς. Έτσι το 1805 φόνευσε ο ίδιος και τον Βεληγκέκα, έναν από τους στρατηγούς του Αλή Πασά που είχε εκστρατεύσει κατά της κλεφτουριάς και πίστευε προηγουμένως πως θ΄ έφερνε το κεφάλι του Κατσαντώνη στα Γιάννενα. Μετά την εξόντωση των Σουλιωτών (1804), ο Αλή Πασάς επεδίωξε νέα συμφωνία με τον Κατσαντώνη όπου αυτή τη φορά τον έπεισε δεδομένου ότι η υγεία του δεύτερου είχε κλονισθεί ήδη σοβαρά. Τότε ο Κατσαντώνης δέχθηκε πλέον το αρματολίκι των Αγράφων όπου και απ΄ αυτό το έτος χαρακτηρίζεται αρματολός.

Σημειώνεται πως κατά το διάστημα 1804-1806 τάχθηκαν διάφορες γνωστές προσωπικότητες του ελληνικού χώρου στο πλευρό του, όπως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και ο Δήμος Τσέλιος. Αναφέρεται ότι βρίσκονταν σε επαφή με κλεφταρματολούς για μια ευρύτερη εξέγερση των «ραγιάδων».

Εθνική συνείδηση
Τη περίοδο αυτή της «νομιμότητας» ο Κατσαντώνης κλήθηκε από τους Ρώσους προκειμένου να καταταχθεί στα ρωσικά στρατεύματα της Επτανήσου. Αυτός όμως αρνήθηκε θεωρώντας την παρουσία του αναγκαιότερη στ΄ Άγραφα. Στη συνέχεια το 1807 προσκλήθηκε από τον προύχοντα της Επτανήσου Ι. Καποδίστρια, μετέπειτα κυβερνήτη της ελεύθερης Ελλάδος, που πραγματοποίησε στη Λευκάδα «Συνέλευση των Κλεφταρματολών» αναγνωρίζοντας τον Κατσαντώνη ως Γενικό Αρχηγό των Κλεφτών στη Δυτική Ελλάδα, προκειμένου να σώσουν τη Λευκάδα από την απληστία του Αλή Πασά ή το πιθανότερο από την εντολή που είχε πάρει εκείνος από την Υψηλή Πύλη της εκδίωξης των Ευρωπαίων από τα παράλια του Ιονίου. Στη συνάθροιση εκείνη που έσπευσε ο Κατσαντώνης πείθοντας και τ΄ αδέλφια του να εγκαταλείψουν τις καπεταναρίες, συμμετείχαν επίσης ο Φώτος Τζαβέλας, ο Κίτσος Μπότσαρης, ο Νικόλαος Περραιβός, οι Μπουκουβαλαίοι, ο Νότης Μπότσαρης, τα αδέρφια Κώστας και Γιώργος Στράτος, καθώς και ο Μήτσος Κοντογιάννης.

Εδώ αξίζει ν΄ αναφερθεί ότι ο ιστορικός Δημήτριος Φωτιάδης αποκαλεί το σώμα του Κατσαντώνη ως «Στρατιωτική Ακαδημία του Κλεφτοπολέμου» και έχει δίκιο καθώς από το ασκέρι του πέρασαν οι Γιώργος Χασιώτης, Κώστας Λεπενιώτης, ο Δημοτσέλιος (γνωστός ως «Γεροδήμος»), ο Γιάννης Τσιόγκας και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης.

Τότε ο Κατσαντώνης ορκίσθηκε να εργαστεί υπέρ της Παλιγγενεσίας, επιδεικνύοντας πλέον εθνική συνείδηση, και τάχθηκε υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Ίσως τότε ο Κατσαντώνης να «θαυματουργούσε» και εκεί αν δεν μεσολαβούσε η συνθήκη του Τιλσίτ με την οποία τα Επτάνησα πέρασαν ξανά στη γαλλική κυριαρχία.

Το τέλος
Επανερχόμενος ο Κατσαντώνης στ΄ Άγραφα ήδη προσβεβλημένος από «ευλογιά» από παιδική ηλικία αποσύρθηκε των περιπετειών, το καλοκαίρι του 1808. Παρά τις προσπάθειες του γιατρού του, Θανάση Ντουφεκιά, η κατάσταση του ήταν μη αναστρέψιμη. Έτσι μαζί με τ΄ αδέλφια του και τεσσάρων συντρόφων του διέμενε κρυμμένος σε κάποιο σπήλαιο της Ακαρνανίας, στο βουνό «Μοναστηράκι» των Αγράφων σε μια άγρια και δυσπρόσιτη περιοχή[1]. Εκεί τον περιποιούνταν ο γιατρός του Ντουφεκιάς και για την ασφάλεια του άφησαν 5 κλέφτες με τον Γιώργο Χασιώτη επικεφαλή. Το πολεμικό σώμα του Κατσαντώνη ανέλαβε να διοικεί ο άλλος του αδερφός ο Κώστας ο Λεπενιώτης. Μόνο ένας βοσκός γνώριζε τη θέση του σπηλαίου ο οποίος και τροφοδοτούσε τους κρυπτόμενους.

Η ασθένεια και ο τόπος απόκρυψής του τελικά προδόθηκε στον Αλή Πασά, (από κάποιο Γκούρλια, κατά άλλους ο προδότης ήταν ένας καλόγερος, άλλοι πιστεύουν ότι τον πρόδωσε μια γριά που πούλαγε βότανα και μαγγανείες, ενώ τέλος άλλοι πιστεύουν ότι τον πρόδωσε παρά τη θέληση του, ύστερα από βασανιστήρια ένας φίλος του Κατσαντώνη που ονομαζόταν Σιούρτας), ο οποίος και έστειλε τον έμπιστό του μουχουρντάρη (=σφραγιδοφύλακα) Άγο Βασσιάρη με 800 άνδρες να τον συλλάβει. Ενώ αρχικά πουθενά δεν βρισκόταν το σημείο απόκρυψης κάποιοι εντόπισαν τον βοσκό που μετά από θηριώδη βασανιστήρια αποκαλύφθηκε το σημείο του σπηλαίου. Όταν άρχισε η πολιορκία ο Χασιώτης άρπαξε τον αδελφό του στο ώμο όπου και διέφυγαν. Μετά από επτά ώρες καταδίωξη τελικά κυκλώθηκαν μέσα σε χαράδρα όπου και αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Άγο Βασιάρη. Ο τελευταίος όμως αθετώντας το λόγο του αφού τους έδεσε τους οδήγησε θριαμβευτικά στα Γιάννενα.

Ο Αλή Πασάς δέχθηκε αρχικά με ευγένεια τον Κατσαντώνη τάζοντάς του ακόμα και πατρική στοργή αν δεχόταν να του φανερώσει που είχε κρυμμένους τους περιβόητους θησαυρούς που λέγονταν πως είχε από τις πολυάριθμες λαφυραγωγήσεις και ληστείες που είχε διαπράξει, και που από τις έρευνες του μουχουρντάρη δεν βρέθηκαν στο σπήλαιο. Ο Κατσαντώνης όμως δεν απαντούσε με συνέπεια να οδηγηθεί τελικά μαζί με τον αδελφό του Χασιώτη στον ιστορικό πλάτανο όπου και υπέστη το μαρτυρικό θάνατο δια της συντριβής των οστών του. Κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου του, περιφρονητικά ακούσθηκε να λέγει μέσα σε παραλήρημα που έμεινε ιστορικό: «έρμα γρόσια, έρμα γρόσια».

Η παράδοση θέλει τον Κατσαντώνη κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου του να τραγουδά περήφανα ώστε να μη δείχνει τον πόνο του αλλά να ξεψυχάει πρώτος, εφόσον ήταν και άρρωστος, ενώ μετά από λίγο πέθανε και ο αδερφός του.

Σημειώνεται ότι τον σκληρό Τουρκαλβανό Άγο Μουχουρντάρη εκδικήθηκε για την σύλληψη του Κατσαντώνη ο Σουλιώτης Μάρκος Μπότσαρης στη μάχη του Κεφαλόβρυσου Καρπενησίου (1823), κατά την οποία τον σκότωσε ο ίδιος.

Μάχες
* 1803- Μάχη στη Τριφύλλα Κλειστού (Νεράιδας) εναντίον 300 Τουρκαλβανών υπο τις διαταγές του δερβέναγα Ιλιάσμπεη.

* 1804 - Μάχες στις Γούστρες Ξηρόμερου και στη Κατούνα εναντίον 500 Τζοχανταραίων υπο τις διαταγές των Γιουσούφ Αράπη και Κατζού Μουσταφάμπεη.

* 1806 - Μάχη στου Πουλιού τη Βρύση και της Τατάρνας εναντίον αγνώστου αριθμό Τουρκαλβανών με αρχηγό τον Χασάν Μπελούση και ενός δεύτερου σώματος Τουρκαλβανών που στάλθηκε προς βοήθεια του πρώτου με αρχηγό τον Μπεσίαρη Μπέη.

* 1806 – Μάχη στο Μαλατέικο λημέρι εναντίον 500 Τουρκαλβανών με αρχηγό τον δερβέναγα Αλούς Μπεράτη.

* 1806 – Μάχη στη περιοχή Ληστής εναντίον 300 Τζοχανταραίων του δερβέναγα Μπεκίρ Τζογαδούρου.

* 1807 - Μάχη στου Προσηλιάκου και ο θάνατος του Βεληγκέκα.

Στο χιλιοτραγουδησμένο αυτό κατόρθωμα του Κατσαντώνη θα δώσουμε ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς ήταν το μεγαλύτερο ασκέρι που είχε στείλει ο Αλή πασάς (700 με 800 κατά ορισμένους μελετητές ή 1000 άντρες χωρισμένοι σε 2 σώματα των 500 κατά άλλους) και με το καλύτερο διοικητή του τον δερβέναγα Βεληγκέκα και με υπαρχηγό τον Γιουσούφ Αράπη.

* 1807 - Μάχη στο «Γρεβενοδιάσελο» Βουλγάρας εναντίον του Άγο Μουχουρντάρη με 1000 Τούρκους στις διαταγές του. Σε αυτή τη μάχη πέθανε ο νονός και παππούς του Κατσαντώνη, που παρότι παραιτήθηκε από την ηγεσία του σώματος του υπέρ του εγγονού του, δεν εγκατέλειψε ποτέ τον αγώνα εναντίον των Τούρκων.

* 1808 - Μάχη στη Σπινάσα εναντίον 300 Τουρκαλβανών του Χασάν Μπελούση.
Λαϊκή παράδοση


Για το θάνατο του Βεληγκέκα έγραψαν:

«Δεν είν' εδώ τα Γιάννενα,
δεν είν' εδώ ραϊάδες,
για να τους ψένεις σαν τραγιά,
σαν τα παχειά κριάρια,
εδώ 'ναι λόγγοι και βουνά
και κλέφτικα τουφέκια.
Τρία τουφέκια τώδωκαν,
τα τρί - αράδ - αράδα,
Τόνα τον πήρε ξώδερμα
και τ' άλλο στο κεφάλι
το τρίτο το φαρμακερό
τον πήρε στην καρδιά του.
Το στόμα αίμα γιόμισε,
τα χείλη του φαρμάκι»


Για τη σύλληψή του Κατσαντώνη τραγουδάνε:

«Κάρτε σκρούετ Αλή πασά o Κατσαντώνης ταναξίνε». (χαρτί έγραφε ο Αλή πασάς να πιάσουνε τον Κατσαντώνη).

Αϊντε Αντων' μωρ' Αντων'
μωρ' Αντων' Μωρ' Αντων'
Κατσαντώνη ταναξίνε
με ντουφέκια μοσιβρίνε (τον Κατσαντώνη να πιάσουν ζωντανό, με τουφέκια να μην τον βαρέσουν).

Ο ποιητής του 1821, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε για την ώρα του μαρτυρικού θανάτου του Κατσαντώνη:

«Δυο γύφτοι τον εστρώσανε δεμένονε στ’ αμόνι
κι αρχίσανε με το σφυρί να τον πελεκάνε.
Σκλήθρες πετάν τα κόκαλα, σκορπάνε τα μεδούλια,
νεύρα, κομμένα κρέατα, σέρνονται σαν ξεσκλίδια
και κείνος τηράει τον ουρανό και γλυκοτραγουδάει:
Χτυπάτε, πελεκάτε με σκυλιά, τον Κατσαντώνη
δεν τον τρομάζει Αλήπασας, φωτία, σφυρί κι αμόνι.»

Τον αγώνα εναντίον των Τουρκαλβανών του Αλή Πασά συνέχισε ο αδελφός του Κώστας, γνωστός με το προσωνύμιο «Λεπενιώτης», σύμφωνα με την εντολή του αδελφού του:

«Φουχτιά να βάλει στ' ΄Αγραφα, στου Μέγα μαναστήρι,
για να καεί κ' ηγούμενους μ' όλους τους καλοΐρους,
που παν κι μη προυδώσανι στους σκυλουαρβανίτις».

Απ' αυτό το τραγούδι τίθεται μια νέα εκδοχή για το πώς προδόθηκε. Αν δηλαδή προδόθηκε από τον ηγούμενο ή όπως λέει μια άλλη παράδοση από τον Γκούρλια, που έμαθε για το κρησφύγετό του από μια γριά, που του πήγαινε φαγητό.

Τέλος στο Θέατρο Σκιών ξεχωριστεί θέση καταλαμβάνει η μορφή του Κατσαντώνη και του παππού του Δίπλα, καθώς και του ηττημένου Βεληγκέκα.

(Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Αντώνης_Κατσαντώνης)

Δημοσίευση σχολίου